τροχάδι

τροχάδι
το / τροχάδιον, ΝΜ [τροχάς, -άδος]
νεοελλ.
πέδιλο βοσκών με μία σόλα και λουριά που τήν συγκρατούν στο πόδι, τσαρούχι
μσν.
στον πληθ. τά τροχάδια
υποδήματα κατάλληλα για περπάτημα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”